κατεβαίνω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κατεβαίνω
- ka.teˈve.no
Where it comes from
κατεβαίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κατεβαίνω < αρχαία ελληνική καταβαίνω
verb κατεβαίνω · κατέβαινα · θα κατεβαίνω · να κατεβαίνω · κατεβαίνοντας
- κινούμαι από ένα υψηλότερο σημείο προς ένα χαμηλότερο κατεβαίνω τη σκάλα
- έρχομαι ή πηγαίνω (συνήθως από βορειότερο σημείο προς νοτιότερο ή από την περιφέρεια προς αστικό κέντρο)
- αποβιβάζομαι από μεταφορικό μέσο
- αφιππεύω, ξεκαβαλικεύω
- ξεκινώ (για πολιτικές, συνδικαλιστικές ενέργειες) κατεβαίνω σε απεργία
- χάνω σε ύψος τα νερά του ποταμού κατέβηκαν πολύ το καλοκαίρι
- μειώνομαι
- δείχνω χαμηλότερες μετρήσεις
- όταν λέμε κατεβάζω τη μπάλα, σε παιχνίδι ή άθλημα, εννοούμε πως κινούμαι από τη δική μου περιοχή προς την περιοχή του αντιπάλου, έχοντας στην κατοχή μου τη μπάλα
Opposite: ανεβαίνω
Thesaurus
verb
Opposite: ανεβαίνω
In English
Talk about this word "κατεβαίνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B5%CE%B2%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. κατεβαίνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B5%CE%B2%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89 "κατεβαίνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B5%CE%B2%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κατεβαίνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B5%CE%B2%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}