κατεργάρης
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κατεργάρης¹
- ka.teɾˈɣa.ɾis
Where it comes from
κατεργάρης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κατεργάρης (κωπηλάτης σε κάτεργο, πανούργος) < κάτεργον + -άρης
:* και ουσιαστικοποιημένο
adjective κατεργάρης · κατεργάρα · κατεργάρικο
- πανούργος, έξυπνος κατεργάρα γυναίκα, κατεργάρικο αγόρι
- πονηρός, παμπόνηρος
noun κατεργάρης · κατεργάρα · κατεργάρηδες · κατεργάρη · κατεργάρηδων
- πονηρός άνθρωπος, που κάνει σκανδαλιές Ο Κώστας είναι μεγάλος κατεργάρης
Κατεργάρης²
Where it comes from
Κατεργάρης < + -άρης • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
proper noun Κατεργάρης · Κατεργάρηδες · Κατεργάρη · Κατεργάρηδων
- ανδρικό επώνυμο
In English
Talk about this word "κατεργάρης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. κατεργάρης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82 "κατεργάρης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κατεργάρης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}