κατολίσθηση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κατολίσθηση

  • ka.toˈli.sθ.si

Where it comes from

κατολίσθηση < ελληνιστική κοινή κατολίσθησις < κατολισθάνω < κατά + αρχαία ελληνική ὀλισθάνω

noun κατολίσθηση · κατολισθήσεις · κατολίσθησης · κατολισθήσεων

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατολισθαίνω
  2. γεωλογία φυσική καταστροφή, κατά την οποία μια μάζα αποκόπτεται από ένα ψηλότερο σημείο και ολισθαίνει προς ένα χαμηλότερο σημείο, παρασύροντας οτιδήποτε βρίσκεται στη πορεία της
  3. figuratively, μεταφορικά η χειροτέρευση μιας κατάστασης

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κατολίσθηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κατολίσθηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"κατολίσθηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κατολίσθηση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}