κατουράω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κατουράω
- ka.tuˈɾa.o
Where it comes from
κατουράω < κατουρ(ώ) + -άω, (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κατουρῶ, συνηρημένος τύπος του κατουρέω < (κατά) κατ- + οὐρέω
verb κατουράω · κατουρώ · κατουρούσα · κατούραγα · κατούρησα · κατουριέμαι
- ουρώ, αποβάλλω τα ούρα από το αντίστοιχο όργανο ≈ συνώνυμα: κάνω τσίσια, κάνω πιπί
- δεν μπορώ να συγκρατήσω τα ούρα μου έκφραση: κατουριέμαι πάνω μου
- περιφρονώ τελείως, δεν δίνω σημασία ※ Ἐμούτζωσε τὴ θάλασσα καὶ τήνε κατουράει. (Νίκος Καββαδίας, «Θεσσαλονίκη ΙΙ», Τραβέρσο, 1975)
- αφήνω κάποιον ήσυχο Άι κατούρα μας! Άντε και χέσε μας!
- τρομάζω πολύ, σαν να κατουριέμαι από φόβο ή εξαιτίας προηγούμενης επώδυνης εμπειρίας Κατουρήθηκα απ' το φόβο μου· χέστηκα πάνω μου!
- γελάω τόσο πολύ, που μπορεί να κατουρηθώ
- αφοδεύω, αποπατώ
In English
- wee to urinate
Talk about this word "κατουράω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%AC%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. κατουράω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%AC%CF%89 "κατουράω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%AC%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κατουράω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%AC%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}