κατουράω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κατουράω

  • ka.tuˈɾa.o

Where it comes from

κατουράω < κατουρ(ώ) + -άω, (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κατουρῶ, συνηρημένος τύπος του κατουρέω < (κατά) κατ- + οὐρέω

verb κατουράω · κατουρώ · κατουρούσα · κατούραγα · κατούρησα · κατουριέμαι

  1. ουρώ, αποβάλλω τα ούρα από το αντίστοιχο όργανο ≈ συνώνυμα: κάνω τσίσια, κάνω πιπί
  2. passive, στην παθητική φωνή δεν μπορώ να συγκρατήσω τα ούρα μου έκφραση: κατουριέμαι πάνω μου
  3. figuratively, μεταφορικά περιφρονώ τελείως, δεν δίνω σημασία ※ Ἐμούτζωσε τὴ θάλασσα καὶ τήνε κατουράει. (Νίκος Καββαδίας, «Θεσσαλονίκη ΙΙ», Τραβέρσο, 1975)
  4. slang, αργκό, στην προστακτική αφήνω κάποιον ήσυχο Άι κατούρα μας! Άντε και χέσε μας!
  5. figuratively, no gloss, μεταφορικά, κυρίως στην παθητική φωνή, με υπερβολή τρομάζω πολύ, σαν να κατουριέμαι από φόβο ή εξαιτίας προηγούμενης επώδυνης εμπειρίας Κατουρήθηκα απ' το φόβο μου· χέστηκα πάνω μου!
  6. figuratively, no gloss, μεταφορικά, κυρίως στην παθητική φωνή, με υπερβολή γελάω τόσο πολύ, που μπορεί να κατουρηθώ
  7. broadly, idiomatic, κατ’ επέκταση, ιδιωματικό αφοδεύω, αποπατώ

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κατουράω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%AC%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κατουράω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%AC%CF%89

Chicago

"κατουράω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%AC%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κατουράω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%AC%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}