κατουριέμαι
Ελληνικά
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
κατουριέμαι
- ka.tuɾˈʝe.me
Откуда оно
κατουριέμαι < παθητική φωνή του ρήματος κατουράω/κατουρώ
глагол κατουριέμαι · κατουρήθηκα · κατουρημένος · κατουράω · κατουρώ
- παθητικές σημασίες του κατουράω
- αισθάνομαι ένα αίσθημα δυσφορίας, προειδοποιητικό του οργανισμού, που προκαλείται όταν έχουν μαζευτεί ούρα που πρέπει να τα αποβάλλω Κατουριέμαι από την ώρα που ήρθαμε, αλλά σιχαίνομαι να πάω στην τουαλέτα του σταθμού.
- δεν μπορώ να συγκρατήσω τα ούρα μου τα οποία, συνειδητά ή ασυνείδητα, αποβάλλονται από μόνα τους Τόσο μεγάλο παιδί και ακόμα κατουριέσαι το βράδυ;
По-английски
- wet oneself lose control of one's bladder
- piss oneself vulgar slang: wet oneself
Обсудить это слово "κατουριέμαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%AD%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. κατουριέμαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%AD%CE%BC%CE%B1%CE%B9 "κατουριέμαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%AD%CE%BC%CE%B1%CE%B9.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {κατουριέμαι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%AD%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}