κατοχή
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κατοχή¹
Where it comes from
κατοχή < (ελληνιστική κοινή) < κατέχω
noun κατοχή · κατοχές · κατοχής · κατοχών
- το να κατέχει κάποιος κάτι, να το έχει δικό του καταδικάστηκε για χρήση και κατοχή ναρκωτικών
- η κατάσταση και η χρονική περίοδος κατά την οποία μια χώρα ή τμήμα της έχει καταληφθεί από ξένα στρατεύματα η Ελλάδα κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο βρέθηκε υπό τριπλή κατοχή
Κατοχή²
Where it comes from
Κατοχή < κατοχή
proper noun Κατοχή · Κατοχής
- περίοδος, κατά τη διάρκεια ή στο τέλος μιας πολεμικής συμπλοκής, κατά την οποία ένα κράτος βρίσκεται υπό τις δυνάμεις ενός άλλου χωρίς να προσαρτηθεί σ' αυτό
- η περίοδος 1941-1944 κατά την οποία η Ελλάδα βρισκόταν υπό τη στρατιωτική κατοχή των δυνάμεων του Άξονα (Γερμανών, Ιταλών, Βουλγάρων) ※ κι ο τύπος ζήτησε συγγνώμη και συστήθηκε - ήταν ο μέγας Μπαγιαντέρας, ο Μήτσος με την καρδιά μάλαμα, κι έκανε πάντα αυτό το χωρατό, με τάχα λεκέδες και θηλιές, σ' όσους δεν ήξεραν που είχε μείνει τυφλός στην Κατοχή, από αφαγία. (Αύγουστος Κορτώ, Τσιτσιμπού, η μάγισσα της πίστας, εκδ. Πατάκης, 2023
In English
- occupation control of a country or region by a hostile army
- tenure period of time possessed
- possession control or occupancy without legal ownership
Talk about this word "κατοχή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%87%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. κατοχή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%87%CE%AE "κατοχή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%87%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κατοχή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%87%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}