κατσίγαρος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κατσίγαρος
- kaˈt͡si.ɣa.ɾos
Where it comes from
κατσίγαρος < κατσήγαρος με απλοποίηση ορθογραφίας < κατση- < κακη- με τσιτακισμό < κακο- (όπως η εκδοχή ετυμολόγησης κακηποδιά > κατσηποδιά > κατσιποδιά) + γάρος (αρσενικό) (στη σημασία: άχρηστο υγρό που απομένει μετά την έκθλιψη των ελιών) < αρχαία ελληνική γάρος (είδος σάλτσας) / γάρον (ουδέτερο)
noun κατσίγαρος · κατσίγαροι · κατσίγαρου · κατσίγαρων · κατσίγαρο · κατσίγαρους
- βασικό υποπροϊόν σε υγρή μορφή που εξάγεται από τα ελαιοτριβεία ※ Η διαχείριση των υγρών αποβλήτων των ελαιουργείων (κατσίγαρος) αποτελεί ένα σημαντικό πρόβλημα για τις χώρες παραγωγής ελαιόλαδου. Αποτελεσματική και συνολική λύση του προβλήματος δεν έχει βρεθεί και ένας από τους τρόπους «διαχείρισης» των φυτικών αυτών υγρών που έχει καθιερωθεί την τελευταία δεκα
Thesaurus
Talk about this word "κατσίγαρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%AF%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. κατσίγαρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%AF%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%82 "κατσίγαρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%AF%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κατσίγαρος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%AF%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}