κατσαδιάζω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κατσαδιάζω
Where it comes from
κατσαδιάζω < κατσάδα + -ιάζω < βενετική cazzada
verb κατσαδιάζω · κατσάδιαζα · θα κατσαδιάζω · να κατσαδιάζω · κατσαδιάζοντας
- μαλώνω, επιπλήττω Με κατσάδιασε επειδή έπαιζα με το κινητό την ώρα του μαθήματος.
- κάνω έντονη παρατήρηση σε κάποιον, μαλώνω με έντονο τρόπο Η προπονήτρια κατσάδιασε τον αθλητή της, λόγω επανειλημμένης ανυπακοής του, στις συμβουλές της για την ασφάλειά του.
In English
Talk about this word "κατσαδιάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. κατσαδιάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89 "κατσαδιάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κατσαδιάζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}