κατσαρίδα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κατσαρίδα

Where it comes from

κατσαρίδα < ελληνιστική κοινή κανθαρίς < αρχαία ελληνική κάνθαρος

noun κατσαρίδα · κατσαρίδες · κατσαρίδας · κατσαρίδων

  1. έντομο έντομο (του γένους Blatta) με σκληρό και γυαλιστερό δέρμα μαύρου ή σκούρου καφέ χρώματος, λεπτές κεραίες στο μέγεθος περίπου του σώματος, που κινείται με μεγάλη ταχύτητα ή, ανάλογα με το είδος, πετά και ζει στις αποχετεύσεις, στα σπίτια και στις αυλές ※ Μία κατσαρίδα που τρέχει ανάμεσα στα αναψυκτικά, ένα τυρί με «εσάνς» μούχλας και ανάλογο χρώμα, ένα κουτί γάλα με ημερομηνία λήξης δύο εβδομάδες πριν, παρότι αγοράστηκε μόλις χθες… Και το δίλημμα είναι: καταγγέλλω το κατάστημα απ' όπου έκανα την αγορά ή απλώς πετάω το ακατάλληλο προϊόν και δεν μπα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κατσαρίδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κατσαρίδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B1

Chicago

"κατσαρίδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κατσαρίδα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}