Μίκουιν

κατσούφης

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

κατσούφης¹

  • kaˈt͡su.fis

Από πού έρχεται

κατσούφης < κατσουφ(ιάζω) + -ης (αναδρομικός σχηματισμός) < ελληνιστική κοινή κατηφιάω / κατηφιῶ < αρχαία ελληνική κατηφής

επίθετο κατσούφης · κατσούφα · κατσούφικο

  1. familiar, οικείο κατηφής, σκυθρωπός, μουτρωμένος

ουσιαστικό κατσούφης · κατσούφα · κατσούφισσα · κατσούφηδες · κατσούφη

  1. familiar, οικείο που είναι κατσούφης

Κατσούφης²

Από πού έρχεται

Κατσούφης < → λείπει η ετυμολογία

κύριο όνομα Κατσούφης · Κατσούφη · Katsoufis

  1. ανδρικό επώνυμο

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"κατσούφης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%BF%CF%8D%CF%86%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κατσούφης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%BF%CF%8D%CF%86%CE%B7%CF%82

Chicago

"κατσούφης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%BF%CF%8D%CF%86%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κατσούφης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%BF%CF%8D%CF%86%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}