κατώτερος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κατώτερος
Where it comes from
κατώτερος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κατώτερος < κάτω
adjective κατώτερος · κατώτερη · κατώτερο
- σε χώρο που βρίσκεται πιο κάτω
-
σε μικρότερη βαθμίδα ιεραρχικής κλίμακας
μιλάει στους κατώτερους υπαλλήλους της εταιρείας με μεγάλη αγένεια
Similar: υφιστάμενος
- χειρότερης ποιότητας έχει κατώτερα αισθήματα, είναι ζηλιάρα και κουτσομπόλα
- ατελής, ή σε αρχικά στάδια εξέλιξης, διαδικασίας κατώτερη εκπαίδευση, κατώτεροι οργανισμοί
noun κατώτερος · κατώτεροι · κατωτέρου · κατωτέρων · κατώτερο
- υφιστάμενος (υπάλληλος, ή άλλη ιδιότητα επαγγέλματος) μιλάει στους κατωτέρους του με μεγάλη αγένεια
In English
- inferior of lower rank
Talk about this word "κατώτερος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%8E%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. κατώτερος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%8E%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82 "κατώτερος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%8E%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κατώτερος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%8E%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}