κατώφλι
Ελληνικά · 類義語・対義語
AI わかりやすく
短い説明を書いています…
下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。
κατώφλι
- kaˈto.fli
由来
κατώφλι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κατώφλιν < κατώφλιον < αρχαία ελληνική κάτω, κατώ- + φλι(ά) (παραστάδα πόρτας) + -ον
:* για τη μεταφορική σημασία: σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Schwelle
名詞 κατώφλι · κατώφλια · κατωφλιού · κατωφλιών
-
ξύλινη ή πέτρινη πλάκα που ενώνει, στο κάτω μέρος, τις κατακόρυφες πλευρές της πόρτας
Δεν έχω διαβεί ποτέ το κατώφλι του.
類語: τσερτσεβές
- ο γύρω από την είσοδο χώρος ※ 20ός/21ος αιώνας, Νίκος Κούνδουρος, Ονειρεύτηκα πως πέθανα, εκδόσεις: Ίκαρος, Αθήνα 2009, ISBN 9789608399945 @google.gr/books
- το σημείο που αρχίζει κάτι το κατώφλι του θανάτου
類義語・対義語
英語で
この単語について話す "κατώφλι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%8E%CF%86%CE%BB%CE%B9. Accessed 6 Nov. 2026. κατώφλι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%8E%CF%86%CE%BB%CE%B9 "κατώφλι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%8E%CF%86%CE%BB%CE%B9.引用する
@misc{micwyn_2026,
title = {κατώφλι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%8E%CF%86%CE%BB%CE%B9},
urldate = {2026-11-06}
}