καυκάσιος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καυκάσιος¹
Where it comes from
καυκάσιος < → λείπει η ετυμολογία
noun καυκάσιος · καυκάσια · καυκάσιο · καυκάσιου · καυκάσιας
- που κατάγεται απ' τον Καύκασο
- ο φυλετικά λευκός
adjective καυκάσιος · καυκάσια · καυκάσιο · καυκάσιου · καυκάσιας
- οτιδήποτε προέρχεται απ' τον Καύκασο
Καυκάσιος²
- kafˈka.si.os
Where it comes from
Καυκάσιος < ελληνιστική κοινή Καυκάσιος < Καύκασος
proper noun Καυκάσιος · Καυκάσιοι · Καυκασίου · Καυκάσιου · Καυκασίων · Καυκάσιο
- άτομο το οποίο κατάγεται ή κατοικεί στον Καύκασο ※ Αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και να έρθουν στην Ελλάδα, στις αρχές του 1920, με παρότρυνση του ελληνικού κράτους και της τότε κυβέρνησης Βενιζέλου. Οι πρώτες συζητήσεις για την εγκατάσταση των Καυκασίων στην Ελλάδα ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 1919, όταν δημιουργήθηκε το Διαρκές Γενικ
In English
- Caucasian native or inhabitant of the Caucasus
Talk about this word "καυκάσιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%85%CE%BA%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. καυκάσιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%85%CE%BA%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82 "καυκάσιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%85%CE%BA%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καυκάσιος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%85%CE%BA%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}