καυτός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καυτός
Where it comes from
καυτός < αρχαία ελληνική καυστός
adjective καυτός · καυτή · καυτό · καυτού · καυτής
-
πάρα πολύ ζεστός
καυτό νερό, καυτή σούπα
Similar: ζεματιστός
- που έχει καυτερή γεύση καυτή πιπεριά
- για άνθρωπο ο οποίος είναι σεξουαλικά ελκυστικός ※ «Καλή ήμουν;» Ρωτάει ναζιάρικα η ξεκωλιάρα ρεπόρτερ. Με το καυτό της μίνι, το κολλητό μπλουζάκι που αναδεικνύει το πλούσιο στήθος της και τα κατακόκκινα σαρκώδη χείλια της , αναμφίβολα αποπροσανατολίζει τηλεθεατές και παρευρισκόμενους (Νίκος Βλαντής, Greek psycho, εκδ. Oxy, 2004, σελ. 20)
In English
Talk about this word "καυτός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%85%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. καυτός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%85%CF%84%CF%8C%CF%82 "καυτός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%85%CF%84%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καυτός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%85%CF%84%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}