καφές
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καφές¹
Where it comes from
καφές < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική قهوه (kahve) (τουρκική kahve) < αραβική قَهْوَة (qahwah)
noun καφές · καφέδες · καφέ · καφέδων
- οι σπόροι του καφεόδεντρου εκλεκτοί κόκκοι καφέ
- το ίδιο το καφεόδεντρο εργάτες σε φυτεία καφέ
- η ποσότητα των ομώνυμων σπόρων που (μετά από ειδική επεξεργασία, κυρίως ψήσιμο και άλεσμα) είναι κατάλληλη για βράσιμο και πόση Μου αρέσει ο φρεσκοκομμένος καφές, διότι είναι πιο μυρωδάτος.
- το ρόφημα που παρασκευάζεται από τους αλεσμένους σπόρους του καφέ. Ονομάζεται ανάλογα με τον τρόπο παρασκευής ή τη χώρα προέλευσης των σπόρων καφές φίλτρου / γλυκύβραστος / σκέτος / εσπρέσσο
- η ποσότητα μιας δόσης καφέ, που συνήθως υπολογίζεται με μία κούπα ή με ένα φλιτζάνι του ροφήματος Έχω ανάγκη δύο καφέδες το πρωί για να ξυπνήσω.
Similar: καφφές
Καφές²
Where it comes from
Καφές < καφές
proper noun Καφές · Καφέδες · Καφέ · Καφέδων
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
noun
Similar: καφφές
In English
- coffee beans
Talk about this word "καφές." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%86%CE%AD%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. καφές. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%86%CE%AD%CF%82 "καφές." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%86%CE%AD%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καφές},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%86%CE%AD%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}