καχύποπτος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καχύποπτος

Where it comes from

καχύποπτος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καχύποπτος < (κακός) καχ- + ὕποπτος < ὕπό + ὀπτός < ὄψομαι

adjective καχύποπτος · καχύποπτη · καχύποπτο · καχύποπτου · καχύποπτης

  1. που υποψιάζεται όλους για όλα όσα κάνουν, που ερμηνεύει κάθε ενέργεια ως εχθρική και ποτέ δεν βλέπει καλούς σκοπούς
  2. που φανερώνει καχυποψία ※ Τα μάτια της καλόγριας, καχύποπτα, εξέτασαν την Ιωάννα από πάνω μέχρι κάτω. (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"καχύποπτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%87%CF%8D%CF%80%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καχύποπτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%87%CF%8D%CF%80%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"καχύποπτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%87%CF%8D%CF%80%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καχύποπτος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%87%CF%8D%CF%80%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}