Καύκασος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

Καύκασος

  • ˈkaf.ka.sos

Where it comes from

Καύκασος < αρχαία ελληνική Καύκασος

proper noun Καύκασος · Καύκασοι · Καυκάσου · Καύκασου · Καυκάσων · Καύκασο

  1. οροσειρά στη δυτική Ασία
  2. περιοχή της Ευρασίας ※ Ο Καύκασος ιστορικά υπήρξε κοιτίδα των πολλών λαών και σημαντικός χώρος μυθολογικής αναφοράς. Ακόμα και στο ερώτημα περί του τόπου γένεσης των λεγόμενων ινδοευρωπαϊκών λαών, η πλέον σύγχρονη επιστημονική εκδοχή προτείνει τον Καύκασο ως αρχέγονη κοιτίδα. Όμως ανεξάρτητα από τα ερωτήματα των επιστημ

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"Καύκασος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%8D%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

Καύκασος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%8D%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%BF%CF%82

Chicago

"Καύκασος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%8D%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {Καύκασος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%8D%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}