καύλα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καύλα

  • ˈka.vla

Where it comes from

καύλα < καυλ(ώνω) + -α (αναδρομικός σχηματισμός).

noun καύλα · καύλες · καύλας

  1. η έντονη στύση, η σεξουαλική διέγερση Χθές το βράδυ είχα μία τρελή καύλα. Αυνανίστηκα τρείς φορές πριν κοιμηθώ.
  2. το κορυφαίο σημείο της σεξουαλικής ευχαρίστησης → χρειάζεται παράδειγμα
  3. plural normally, συνήθως στον πληθυντικό έντονη επιθυμία για συνουσία Έχει καύλες.
  4. figuratively, vulgar, λαϊκότροπο, μεταφορικά έντονη, συνήθως ξαφνική, επιθυμία για κάτι καύλα για βόλτα, καύλα για χορό, καύλα για τα μπουζούκια
  5. figuratively, μεταφορικά λαχτάρα, πάθος Έχει καύλα με τα αυτοκίνητα.
  6. figuratively, μεταφορικά η προκλητική γυναικεία ή ανδρική παρουσία Η γραμματέας μου είναι σκέτη καύλα, φοράει κάτι μίνι φούστες, έχει και μεγάλο στήθος.
  7. general, slang, γενικότερα, αργκό για οτιδήποτε ωραίο ή ενθουσιαστικό Είδες το απίστευτο τέρμα που σημείωσε ο Φρατζέσκος στον αγώνα με τον Ολυμπιακό; Ήταν καύλα!

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"καύλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%8D%CE%BB%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καύλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%8D%CE%BB%CE%B1

Chicago

"καύλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%8D%CE%BB%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καύλα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%8D%CE%BB%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}