καύλα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καύλα
- ˈka.vla
Where it comes from
καύλα < καυλ(ώνω) + -α (αναδρομικός σχηματισμός).
noun καύλα · καύλες · καύλας
- η έντονη στύση, η σεξουαλική διέγερση Χθές το βράδυ είχα μία τρελή καύλα. Αυνανίστηκα τρείς φορές πριν κοιμηθώ.
- το κορυφαίο σημείο της σεξουαλικής ευχαρίστησης → χρειάζεται παράδειγμα
- έντονη επιθυμία για συνουσία Έχει καύλες.
- έντονη, συνήθως ξαφνική, επιθυμία για κάτι καύλα για βόλτα, καύλα για χορό, καύλα για τα μπουζούκια
- λαχτάρα, πάθος Έχει καύλα με τα αυτοκίνητα.
- η προκλητική γυναικεία ή ανδρική παρουσία Η γραμματέας μου είναι σκέτη καύλα, φοράει κάτι μίνι φούστες, έχει και μεγάλο στήθος.
- για οτιδήποτε ωραίο ή ενθουσιαστικό Είδες το απίστευτο τέρμα που σημείωσε ο Φρατζέσκος στον αγώνα με τον Ολυμπιακό; Ήταν καύλα!
In English
Talk about this word "καύλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%8D%CE%BB%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. καύλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%8D%CE%BB%CE%B1 "καύλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%8D%CE%BB%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καύλα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%8D%CE%BB%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}