καύση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καύση

  • ˈkaf.si

Where it comes from

καύση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καῦσις < καίω, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική combustion

noun καύση · καύσεις · καύσης · καύσεων

  1. formal, λόγιο άλλη μορφή του κάψιμο
  2. χημεία η χημική αντίδραση ενός καυσίμου με οξυγόνο και η συνακόλουθη παραγωγή ενέργειας (μηχανικής, θερμικής κ.λπ.) ※ Ατακαδόρος και γελαστός, είναι επίσης προικισμένος με μεγάλη ευφυΐα και ανεξάντλητη δίψα για γνώση. Ο κόσμος γύρω του γαργαλάει συνεχώς την αστείρευτη περιέργειά του: παρατηρεί, εξερευνά και πειραματίζεται με τα πάντα, σε τέτοιο βαθμό που μια μέρα, μεταξύ άλλων ανόητων πραγμάτων, βάζει φωτιά στον
  3. βιοχημεία, συνήθως στον πληθυντικό: καύσεις η οξείδωση του άνθρακα των τροφών και η συνακόλουθη ελάττωση του λίπους που βρίσκεται στους ιστούς
  4. μηχανική το κάψιμο τους καυσίμου σε μια μηχανή, για την παραγωγή ενέργειας που μετατρέπεται σε κίνηση

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"καύση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%8D%CF%83%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

καύση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%8D%CF%83%CE%B7

Chicago

"καύση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%8D%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καύση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%8D%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}