καύσιμο
Ελληνικά
AI わかりやすく
短い説明を書いています…
下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。
καύσιμο
由来
καύσιμο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου καύσιμος < αρχαία ελληνική καύσιμος < καῦσις < καίω
名詞 καύσιμο · καύσιμα · καυσίμου · καύσιμου · καυσίμων
- κάθε υλικό σε υγρή ή στερεά μορφή, το οποίο, λόγω της θερμικής ενέργειας που αποδίδει κατά την καύση του, χρησιμοποιείται ως πηγή ενέργειας σε κινητήρες και μηχανές πρατήριο υγρών καυσίμων
形容詞 καύσιμο · καύσιμα · καυσίμου · καύσιμου · καυσίμων
- ουδέτερο του καύσιμος
英語で
- fuel substance consumed to provide energy
この単語について話す "καύσιμο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%8D%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. καύσιμο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%8D%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF "καύσιμο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%8D%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF.引用する
@misc{micwyn_2026,
title = {καύσιμο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%8D%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}