κείμενο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κείμενο
- ˈci.me.no
Where it comes from
κείμενο < ελληνιστική κοινή κείμενον < αρχαία ελληνική κεῖμαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱey- (κείμαι)
noun κείμενο · κείμενα · κείμενου · κειμένου · κείμενων · κειμένων
- μεγαλύτερο ή μικρότερο σύνολο γραπτών φράσεων, που συνήθως έχουν ολοκληρωμένο νόημα ※ Η διακειμενικότητα (intertextuality ή transtextualité) είναι η οποιαδήποτε σχέση (μορφής, περιεχομένου κλπ.) ενός κειμένου προς άλλα κείμενα, ο τρόπος με τον οποίον ένα κείμενο συναρτάται με άλλα κείμενα (Άλκηστις Σουλογιάννη, Ο δημιουργικός λόγος του Γιώργου Χειμωνά: θεωρία και εφαρμογή, Παρατηρη
- η πρωτότυπη γραπτή αποτύπωση αρχαιοελληνικού ή ξενόγλωσσου λόγου, συνήθως σε αντιπαραβολή με τη μετάφρασή τους
- δεδομένα με αλφαριθμητικούς χαρακτήρες αναγνώσιμους από άνθρωπο αντώνυμο: δυαδικά δεδομένα
In English
- text a written passage
Talk about this word "κείμενο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. κείμενο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF "κείμενο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κείμενο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}