ميكوين

κειμενογράφος

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

κειμενογράφος

من أين أتت

κειμενογράφος < κείμεν(ο) + -ο- + -γράφος

: για την πληροφορική < απόδοση για την αγγλική text editor ή την αγγλική word processor

اسم κειμενογράφος · κειμενογράφοι · κειμενογράφου · κειμενογράφων · κειμενογράφο · κειμενογράφους

  1. επάγγελμα άνθρωπος που ασχολείται με τη συγγραφή διαφημιστικών κειμένων ή λόγων πολιτικών
  2. πληροφορική, μόνο αρσενικό text editor: λογισμικό που χρησιμοποιείται για τη συγγραφή και σύνταξη κειμένων (ειδικότερα) λογισμικό που χρησιμοποιείται για την επεξεργασία αρχείων απλού κειμένου (plain text) τα οποία δεν περιέχουν ειδικούς χαρακτήρες μορφοποίησης όπως ο επεξεργαστής κειμένου

بالإنجليزية

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"κειμενογράφος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κειμενογράφος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82

Chicago

"κειμενογράφος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κειμενογράφος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}