κελαηδώ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κελαηδώ
- ce.lai̯ˈðo
Where it comes from
κελαηδώ < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κελαδῶ, συνηρημένος τύπος του κελαδέω (βγάζω δυνατό ήχο). Η σημασία «τραγουδάω», μεσαιωνική.
: Ο Μπαμπινιώτης στο Λεξικό του προκρίνει τις γραφές με ιώτα -ι- και θεωρεί τις γραφές με -η- παρετυμολογική επίδραση από τη λέξη αηδόνι, αλλά στο Ετυμολογικό Λεξικό του το λήμμα είναι κελαηδώ.
verb κελαηδώ · κελαηδάω · κελαηδούσα · κελάηδαγα · κελάηδησα
- παράγω ήχους μελωδικούς, τραγουδώ (για πουλιά) ※ Ξημέρωσε ο Θεός την ήμερα και τα πουλάκια άρχισαν να πετούν και να κελαηδούν στα δέντρα του βασιλικού περιβολιού. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Η κακή αδερφή)
- μιλάω συνεχώς, φλυαρώ ※ Το ωραίο σωματάκι της, / όταν μπαίνω σπίτι της, / κελαηδάει / σαν να ήτανε καμπαναριό (Γιώργος Σαραντάρης, Το ωραίο σωματάκι της)
- μαρτυρώ, ομολογώ μετά από πίεση ※ Ο πράκτορας που «κελάηδησε» (* εφημερίδα Το Βήμα)
In English
Talk about this word "κελαηδώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CE%B7%CE%B4%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. κελαηδώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CE%B7%CE%B4%CF%8E "κελαηδώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CE%B7%CE%B4%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κελαηδώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CE%B7%CE%B4%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}