κεντρικά
Ελληνικά
AI بكلمات بسيطة
جارٍ كتابة شرح قصير…
كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.
κεντρικά
من أين أتت
κεντρικά < κεντρικός
ظرف κεντρικά
- από το κέντρο (προς την περιφέρεια) H EE μοιράζει μόνο 5% του συνολικού προϋπολογισμού έρευνας στα κράτη-μέλη σε αντίθεση με τις ΗΠΑ όπου μοιράζεται κεντρικά το 85% (από άρθρο στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 12/06/2005)
- στο κέντρο (πχ μιας πόλης), σε κάποιο κεντρικό σημείο να δώσουμε ραντεβού κάπου κεντρικά για να μη χαθούμε
صفة κεντρικά
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεντρικό
بالإنجليزية
- centrally in a central manner or situation
تحدّث عن هذه الكلمة "κεντρικά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026. κεντρικά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AC "κεντρικά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AC.استشهد بهذا
@misc{micwyn_2026,
title = {κεντρικά},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AC},
urldate = {2026-11-07}
}