κενό

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κενό

Where it comes from

κενό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου κενός

noun κενό · κενά · κενού · κενών

  1. που δεν περιέχει τίποτε παραπάτησε και βρέθηκε στο κενό
  2. figuratively, μεταφορικά η απουσία ενός πράγματος τα λόγια του έπεσαν στο κενό
  3. φυσική χώρος χωρίς ύλη
  4. το άδειο κομμάτι ενός χώρου (μεταφορικά) χρονικό διάστημα χωρίς κάποια συγκεκριμένη εργασία ή υποχρέωση
  5. ένα χάσμα που διακόπτει τη συνέχεια μιας επιφάνειας κάποιο διάστημα χωρίς να εμπεριέχει ή να συμβαίνει εντός του κάτι
  6. θέση εργασίας που δεν έχει συμπληρωθεί υπάρχουν πολλά κενά στην εκπαίδευση
  7. οτιδήποτε αισθανόμαστε ως έλλειψη, ως απώλεια ο θάνατός του άφησε ένα δυσαναπλήρωτο κενό
  8. θεωρία συνόλων το σύνολο που δεν περιέχει στοιχεία σύμβολα: ∅, { }

adjective κενό · κενά · κενού · κενών

  1. accusative, singular αιτιατική ενικού του κενός
  2. accusative, neuter, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κενός

In English

  • vacuum region of space that contains no matter
  • hollow feeling of emptiness
  • lacuna absent part in a book
  • gap opening made by breaking or parting
  • vacuity vacuum

Talk about this word

Cite this
MLA

"κενό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CE%BD%CF%8C. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κενό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CE%BD%CF%8C

Chicago

"κενό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CE%BD%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κενό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CE%BD%CF%8C},
  urldate = {2026-11-06}
}