κερί

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κερί¹

  • ceˈɾi

Where it comes from

κερί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κερί(ν) < κηρίον < αρχαία ελληνική κηρός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ka:r- (κερί)

noun κερί · κεριά · κεριού · κεριών

  1. ουσία που εκκρίνουν οι μέλισσες και με την οποία φτιάχνουν την κερήθρα τους ※ Δέψη με στυπτηρία, ανθρακική σόδα και κοινό μαγειρικό αλάτι. Για την «αδιαβροχοποίηση» (υδροαπωθητικότητα), εκτός της δέψης, επιχρίονται με κερί ή λίπη. (Βασιλική Ρόκου, Τα βυρσοδεψεία των Ιωαννίνων: από το εργαστήριο στο "εργοστάσιο" της βιοτεχνικής πόλης, Ελληνικά Γράμματα, 2004, σελ. 187)
  2. επίμηκες κυλινδρικό αντικείμενο από κερί (ή παραφίνη) που έχει ενσωματωμένο ένα νήμα (φιτίλι) και χρησιμεύει ως πηγή φωτισμού αρωματικά κεριά, άναψα ένα κερί στον άγιο

    Similar: αγιοκέρι, λαμπάδα

  3. κιτρινωπή ουσία που εκκρίνεται από τα αφτιά

Κερί²

Where it comes from

Κερί < κερί

proper noun Κερί · Keri

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

In English

  • wax oily, water-resistant substance
  • candle a light source
  • earwax waxy substance secreted by the ear

Talk about this word

Cite this
MLA

"κερί." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%AF. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κερί. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%AF

Chicago

"κερί." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%AF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κερί},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%AF},
  urldate = {2026-11-06}
}