κεραία

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κεραία

  • ceˈɾe.a

Where it comes from

κεραία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κεραία

:* για το σημάδι στη γραμματική: < ελληνιστική σημασία

:* μεταφορικά, και τεχνολογία: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική antenne

noun κεραία · κεραίες · κεραίας · κεραιών

  1. εντομολογία λεπτό σαν τρίχα αισθητήριο όργανο ορισμένων εντόμων που προεξέχει από το κεφάλι τους
  2. figuratively, plural, μεταφορικά, στον πληθυντικό : η ικανότητα να συλλαμβάνει κάποιος τα υπόδηλα μηνύματα άλλων ανθρώπων, του περιβάλλοντος, της εποχής κ.λπ. άνθρωπος με ευαίσθητες κεραίες
  3. τεχνολογία μεταλλικός ιστός που προσαρτάται σε συσκευές ή τοποθετείται σε κτήρια και υψώματα με σκοπό την εκπομπή ή λήψη ραδιοφωνικών, τηλεοπτικών, τηλεφωνικών κλπ σημάτων

    Similar: αντένα

  4. ναυτικός όρος μακρύ λεπτό ξύλο που κρεμάται κάθετα στο κατάρτι και φέρει πανιά ή σημαίες και σήματα

    Similar: αντένα

  5. τυπογραφικό σημάδι, γραμματική ευθεία γραμμή πάνω από τα δίχρονα φωνήεντα, που δηλώνει ότι είναι μακρά (ᾱ, ῑ, ῡ)
  6. τυπογραφικό σημάδι μικρή γραμμή που συνοδεύει ελληνικά γράμματα για τη δημιουργία αριθμών μετά το γράμμα π.χ. α΄ (ο αριθμός 1)
  7. τυπογραφικό σημάδι γραπτό σημείο με τη μορφή οριζόντιας γραμμής (παύλα) που χρησιμοποιείται στην αρχή των περιόδων ενός διαλόγου ή στην αρχή και το τέλος παρενθετικού λόγου έκφραση: μέχρι κεραίας : (κάνω κάτι) με μεγάλη προσοχή και ακρίβεια

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κεραία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B1%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κεραία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B1%CE%AF%CE%B1

Chicago

"κεραία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B1%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κεραία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B1%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}