κεραμικός

Ελληνικά

AI Kwa maneno rahisi

Inaandika maelezo mafupi…

Imeandikwa na AI wa nyumbani kutokana na kipengele kilicho hapa chini, kwa lugha yako. Chanzo ni kipengele chenyewe.

κεραμικός

Limetoka wapi

κεραμικός < αρχαία ελληνική κεραμικός < κέραμος

kivumishi κεραμικός · κεραμική · κεραμικό · κεραμικού · κεραμικής

  1. φτιαγμένος από ψημένο πηλό· πήλινος ※ Βρήκε την κουζίνα και έφτιαξε μια μεγάλη τσαγιέρα μαύρο τσάι. Και η τσαγιέρα δώρο της Μπετίνας ήταν, μια λαδί κεραμική στρουμπουλή τσαγιέρα με χεράκι από μπαμπού. Ο Χάρης δεν τη χρησιμοποιούσε ποτέ, επειδή έπινε τσάι μόνο όταν ήταν άρρωστος. «Σε πειράζει να πάρω την τσαγιέρα στην κρεβατοκάμαρα;...
  2. που αναφέρεται στην τέχνη της κεραμικής
  3. το θηλυκό ως ουσ: Η κεραμική .
  4. το ουδέτερο ως ουσ: Το κεραμικό .

Zungumza kuhusu neno hili

Nukuu
MLA

"κεραμικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κεραμικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"κεραμικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κεραμικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}