κερατάς
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κερατάς
- ce.ɾaˈtas
Where it comes from
κερατάς < κέρατο + -άς
noun κερατάς · κερατάδες · κερατά · κερατάδων
- ο απατημένος σύζυγος, χαρακτηρισμός που θεωρείται υβριστικός
- κορόιδο που δεν βλέπει τι γίνεται γύρω του όπως, συνήθως, ο απατημένος σύζυγος
- ο κατεργάρης, ο πονηρός ή δόλιος άνθρωπος -Ρε, πατημένε κερατά! Δε γρικάς την κόρνα τόσην ώρα να κάμνεις στην άκρη να περάσω, ε; Δε θώρρεις τα φώτα που στα αναβόσβηνα; -Μη μού φωνάσκεις έχω ζάχαρο. -Άμα σου πατήσω μια θα φτύσεις καραμέλες
- ζωηρό και έξυπνο παιδί (και κερατούκλικο)
In English
- cuckold man married to an adulterous spouse
Talk about this word "κερατάς." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. κερατάς. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%82 "κερατάς." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κερατάς},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}