κερατάς

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κερατάς

  • ce.ɾaˈtas

Where it comes from

κερατάς < κέρατο + -άς

noun κερατάς · κερατάδες · κερατά · κερατάδων

  1. ο απατημένος σύζυγος, χαρακτηρισμός που θεωρείται υβριστικός
  2. familiar, οικείο κορόιδο που δεν βλέπει τι γίνεται γύρω του όπως, συνήθως, ο απατημένος σύζυγος
  3. offensive, υβριστικό ο κατεργάρης, ο πονηρός ή δόλιος άνθρωπος -Ρε, πατημένε κερατά! Δε γρικάς την κόρνα τόσην ώρα να κάμνεις στην άκρη να περάσω, ε; Δε θώρρεις τα φώτα που στα αναβόσβηνα; -Μη μού φωνάσκεις έχω ζάχαρο. -Άμα σου πατήσω μια θα φτύσεις καραμέλες
  4. familiar, οικείο ζωηρό και έξυπνο παιδί (και κερατούκλικο)

In English

  • cuckold man married to an adulterous spouse

Talk about this word

Cite this
MLA

"κερατάς." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κερατάς. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%82

Chicago

"κερατάς." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κερατάς},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}