κεραυνόπληκτος
Ελληνικά
AI 通俗地说
正在写简短说明……
由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。
κεραυνόπληκτος
它从哪里来
κεραυνόπληκτος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κεραυνόπληκτος < κεραυν(ός) + -ό- + -πληκτος
形容词 κεραυνόπληκτος · κεραυνόπληκτη · κεραυνόπληκτο · κεραυνόπληκτου · κεραυνόπληκτης
- που έχει πληγεί από κεραυνό
- που έχει εκπλαγεί σε μεγάλο βαθμό για κάτι δυσάρεστο και απροσδόκητο
英语
- thunderstruck astonished, amazed or so suddenly surprised as to be unable to speak
讨论这个词 "κεραυνόπληκτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%85%CE%BD%CF%8C%CF%80%CE%BB%CE%B7%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. κεραυνόπληκτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%85%CE%BD%CF%8C%CF%80%CE%BB%CE%B7%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82 "κεραυνόπληκτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%85%CE%BD%CF%8C%CF%80%CE%BB%CE%B7%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82.引用
@misc{micwyn_2026,
title = {κεραυνόπληκτος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%85%CE%BD%CF%8C%CF%80%CE%BB%CE%B7%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}