κεραυνός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κεραυνός¹

  • ce.ɾavˈnos

Where it comes from

κεραυνός < αρχαία ελληνική κεραυνός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱerh₂- (θραύω, θρυμματίζω)

noun κεραυνός · κεραυνοί · κεραυνού · κεραυνών · κεραυνό · κεραυνούς

  1. μετεωρολογία ηλεκτρική εκκένωση που συνοδεύεται από εκτυφλωτική λάμψη (αστραπή) και βίαιη έκρηξη (βροντή)
  2. figuratively, μεταφορικά για κάτι ξαφνικό, που συμβαίνει απροσδόκητα· που είναι ιδιαίτερα δυσάρεστο το άκουσμα του θανάτου του πατέρα του, του ήρθε σαν κεραυνός
  3. figuratively, μεταφορικά για πράξεις ή ενέργειες που είναι βίαιες ή εκρηκτικές, ορμητικές, που ενέχουν απειλές με το που έλαβε το λόγο, άρχισε να πετά κεραυνούς στο αποσβολωμένο ακροατήριο

Similar: αστραποβόλι, αστραποπελέκι, αστροπελέκι

Κεραυνός²

Where it comes from

Κεραυνός < κεραυνός

proper noun Κεραυνός · Κεραυνοί · Κεραυνού · Κεραυνών · Κεραυνό · Κεραυνούς

  1. ανδρικό όνομα
  2. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Κεραυνού)

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κεραυνός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%85%CE%BD%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κεραυνός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%85%CE%BD%CF%8C%CF%82

Chicago

"κεραυνός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%85%CE%BD%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κεραυνός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%85%CE%BD%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}