κετσές

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κετσές¹

  • ceˈt͡ses

Where it comes from

κετσές < (άμεσο δάνειο) τουρκική keçe + -ς

noun κετσές · κετσέδες · κετσέ · κετσέδων

  1. είδος σκληρού μάλλινου υφάσματος, τσόχα που παράγεται από μαλλί που αναμιγνύεται και δουλεύεται με νερό (χωρίς να υφανθεί), πίλημα, μαλλί πατημένο επαγγελματικός πεπιεσμένος κετσές για αυτοκίνητο, από ηχομονωτικό θερμομονωτικό υλικό
  2. figuratively, μεταφορικά για κάτι που ενώ θα έπρεπε να είναι λείο, γίνεται σκληρό / άγριο / πυκνό («σαν κετσές») Τα μακριά μαλλιά της, που δεν τα χτένιζε ποτέ, είχαν γίνει σαν κετσές από αναρίθμητες χοντρές πλεξούδες που ήταν αδύνατο να ξεμπλέξεις.

Similar: πίλημα

Κετσές²

Where it comes from

Κετσές < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Κετσές · Κετσέδες · Κετσέ · Κετσέδων

  1. ανδρικό επώνυμο

Thesaurus

noun

Similar: πίλημα

In English

  • felt cloth made of matted fibres of wool

Talk about this word

Cite this
MLA

"κετσές." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%84%CF%83%CE%AD%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κετσές. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%84%CF%83%CE%AD%CF%82

Chicago

"κετσές." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%84%CF%83%CE%AD%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κετσές},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%84%CF%83%CE%AD%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}