κετόνη

Ελληνικά

AI Nói đơn giản

Đang viết một lời giải thích ngắn…

Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.

κετόνη¹

  • ceˈto.ni

Nó đến từ đâu

κετόνη < (άμεσο δάνειο) γαλλική cétone < acétone < λατινική acetum < aceo < πρωτοϊταλική *akēō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂eḱ- (οξύς, αιχμηρός)

danh từ κετόνη · κετόνες · κετόνης · κετονών

  1. χημεία κατηγορία οργανικών ενώσεων που περιέχουν καρβονύλιο (C=Ο) και χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία ※ Η κετοξέωση συνήθως έρχεται σιγά-σιγά, αλλά όταν υπάρχει εμετός επέρχεται σε λίγες ώρες. Τα πρώτα συμπτώματα είναι η δίψα, ξηροστομία, συχνοουρία, συνήθως υψηλό ζάχαρο και υψηλά επίπεδα κετόνης στα ούρα (Βίκτωρ Γ. Παπαγιαννόπουλος, Σακχαρώδης διαβήτης, εκδ. Vipafarm, 2001, σελ. 123)

Κετόνη²

Nó đến từ đâu

Κετόνη < → λείπει η ετυμολογία

danh từ riêng Κετόνη · Ketoni

  1. γυναικείο επώνυμο

Bằng tiếng Anh

  • ketone organic chemicals with the >CO functional group

Trò chuyện về từ này

Trích dẫn
MLA

"κετόνη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%84%CF%8C%CE%BD%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κετόνη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%84%CF%8C%CE%BD%CE%B7

Chicago

"κετόνη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%84%CF%8C%CE%BD%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κετόνη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%84%CF%8C%CE%BD%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}