κεφαλαιοποίηση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κεφαλαιοποίηση

  • ce.fa.le.oˈpi.i.si

Where it comes from

κεφαλαιοποίηση < (κεφαλοποιώ) κεφαλαιοποιη- + -ση. Μορφολογικά, κεφάλαι(ο) + -ο- + -ποίηση

noun κεφαλαιοποίηση · κεφαλαιοποιήσεις · κεφαλαιοποίησης · κεφαλαιοποιήσεων

  1. οικονομία η μετατροπή οικονομικών στοιχείων εταιρείας, ιδρύματος ή κράτους (κέρδη, αποθεματικά κλπ.) σε κεφάλαιο η εταιρεία Φι ΑΕ χρωστάει στον ιδιώτη Χι ένα ποσό της τάξης των 2.000.000€ για δεδουλευμένα. Με μια στρατηγική κίνηση του διοικητικού της συμβουλίου, προχωρεί στην κεφαλαιοποίηση των 2.000.000€ σε τίτλους μετοχών των 5.000.000 αξίας 0.4€ έκαστη και τις δίνει ως αντάλλαγμα των δεδουλευμένων στον ιδιώ
  2. οικονομία η αξία του συνόλου των μετοχών μιας εταιρείας εκπεφρασμένη σε νομισματική μονάδα στις αρχές του έτους η κεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών ήταν 17 δισ. €

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κεφαλαιοποίηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 8 Nov. 2026.

APA

κεφαλαιοποίηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"κεφαλαιοποίηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κεφαλαιοποίηση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-08}
}