Μίκουιν

κηπουρός

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

κηπουρός¹

  • ci.puˈɾos

Από πού έρχεται

κηπουρός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κηπουρός < κῆπος + -ουρός (οὖρος, *ϝορ- < ὁράω)

ουσιαστικό κηπουρός · κηπουροί · κηπουρού · κηπουρών · κηπουρό · κηπουρούς

  1. επάγγελμα που έχει για δουλειά την φροντίδα του κήπου, ο περιβολάρης. ※ Θα ’θελα να ’μουν κηπουρός / σ’ έναν κοραλλένιο κήπο στο βυθό (Βαγγέλης Γερμανός, τραγούδι Ο κηπουρός, από τον δίσκο Τα μπαράκια, 1982)

Κηπουρός²

  • ci.puˈɾos

Από πού έρχεται

Κηπουρός < κηπουρός

κύριο όνομα Κηπουρός · Κηπουροί · Κηπουρού · Κηπουρών · Κηπουρό · Κηπουρούς

  1. ανδρικό επώνυμο

Στα αγγλικά

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"κηπουρός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B7%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%81%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κηπουρός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B7%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%81%CF%8C%CF%82

Chicago

"κηπουρός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B7%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%81%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κηπουρός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B7%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%81%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}