κηρίο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κηρίο

Where it comes from

κηρίο < υποκοριστικό του κηρός

noun κηρίο · κηρία · κηρίου · κηρίων

  1. κερί ※ Ο ψάλτης υπενύσταζε και έκαμνε «μετάνοιες» όρθιος στο στασίδι, κι' ο γέρο‑Δημητρός, ο πρώην νεωκόρος κ' επίτροπος επί των εξωκκλησίων, χωρίς ο νους του ν' αποσπάται απ' το παγγάρι και τα κηρία, έπαιρνε «δύο τροπάρια» καθιστός στο στασίδι. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα μετά θάνατον, Η χολεριασμένη,
  2. φυσική μονάδα φωτεινής ροής
  3. ιατρική μολυσματικό κηρίο: βακτηριδιακή μόλυνση του δέρματος

Talk about this word

Cite this
MLA

"κηρίο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κηρίο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%BF

Chicago

"κηρίο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κηρίο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}