κηρίο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κηρίο
Where it comes from
κηρίο < υποκοριστικό του κηρός
noun κηρίο · κηρία · κηρίου · κηρίων
- κερί ※ Ο ψάλτης υπενύσταζε και έκαμνε «μετάνοιες» όρθιος στο στασίδι, κι' ο γέρο‑Δημητρός, ο πρώην νεωκόρος κ' επίτροπος επί των εξωκκλησίων, χωρίς ο νους του ν' αποσπάται απ' το παγγάρι και τα κηρία, έπαιρνε «δύο τροπάρια» καθιστός στο στασίδι. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα μετά θάνατον, Η χολεριασμένη,
- μονάδα φωτεινής ροής
- μολυσματικό κηρίο: βακτηριδιακή μόλυνση του δέρματος
Talk about this word "κηρίο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. κηρίο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%BF "κηρίο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κηρίο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}