κιλότα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κιλότα
- ciˈlo.ta
Where it comes from
κιλότα < (λόγιο δάνειο) γαλλική culotte + -α
noun κιλότα · κιλότες · κιλότας · κιλοτών
-
γυναικείο εσώρουχο που περιβάλλει τους μηρούς και το υπογάστριο
※ Σε λίγο τον ανοίγει αλλά αντίς να ρίξει μια ρόμπα τόση ώρα επάνω της τον άνοιξε με το σουτιέν και την κιλότα. (Έλλη Παπαδημητρίου, O κοινός λόγος, γ΄ τόμος, Αθήνα 2003)
Similar: βρακί
- το κοντό παντελόνι μέχρι το γόνατο που φορούσαν οι αριστοκράτες του 17ου, 18ου αιώνα
- στρατιωτική περισκελίδα του ιππικού ή παντελόνι ιππασίας, παλιότερα φουσκωτό στους μηρούς και στενό κάτω ※ Πιὸ πίσω, ἕνας καβαλάρης μὲ κόκκινο ροῦχο καὶ ἕνα τρικαντὸ μὲ φτερά, ἄσπρη κιλότα καὶ ψηλὲς μαῦρες μπότες: ὁ Σταβλάρχης τοῦ Bασιλέως. (Περικλῆς Βυζάντιος, Ἡ ζωὴ ἑνὸς ζωγράφου, Αθήνα 1994)
In English
- pants undergarment covering the genitals
- underpants type of underwear
- panties underpants for women or girls
Talk about this word "κιλότα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. κιλότα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%84%CE%B1 "κιλότα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%84%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κιλότα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%84%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}