κινώ
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κινώ
- ciˈno
Sounds like κείνο
Where it comes from
κινώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κινῶ, συνηρημένος τύπος του κινέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ḱey-
verb κινώ · κινάω · κίνησα · κινούμαι · κινούμενος · κινήθηκα
- προκαλώ την αλλαγή της θέσης ενός σώματος Χρησιμοποιεί το μοχλό για να κινήσει το σώμα.
- ξεκινώ (για να πάω κάπου) Πρωί πρωί κινήσαμε για τη δουλειά.
- ξεκινώ Πήγαινε σε ένα δικηγόρο να κινήσει τις διαδικασίες για την αναγνώριση της κληρονομιάς.
- προκαλώ Βρες τι είναι αυτό που τους κινεί το ενδιαφέρον.
- παρακινώ, ωθώ Ποιες είναι οι βαθύτερες αιτίες που τον κινούν.
Thesaurus
In English
Talk about this word "κινώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CF%8E. Accessed 6 Nov. 2026. κινώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CF%8E "κινώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κινώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CF%8E},
urldate = {2026-11-06}
}