κιρκινέζι

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κιρκινέζι

Where it comes from

κιρκινέζι < τουρκική kerkenez (< προέλευσης από τη μεσαιωνική ελληνική κερχνηίς)

::Λιγότερο πιθανή είναι η σύνδεση με την αρχαία ελληνική κίρκος (δείτε και Κίρκη)

noun κιρκινέζι · κιρκινέζια · κιρκινεζιού · κιρκινεζιών

  1. vulgar, λαϊκό, πτηνό λαϊκή ονομασία του προστατευόμενου είδους γερακιού με τη διεθνή επιστημονική ονομασία Falco naumanni το οποίο ζει, συνήθως, σε σμήνη και κοντά σε κατοικημένες περιοχές

Similar: ανεμογιάννης, ανεμογάμης, βαρβάκι, καντινέλι, πετρίτης, γρυλλοφάγος, σιαχίνι

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κιρκινέζι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B9%CF%81%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%AD%CE%B6%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κιρκινέζι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B9%CF%81%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%AD%CE%B6%CE%B9

Chicago

"κιρκινέζι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B9%CF%81%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%AD%CE%B6%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κιρκινέζι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B9%CF%81%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%AD%CE%B6%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}