κιτς
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κιτς¹
Where it comes from
κιτς < (λόγιο δάνειο) γερμανική Kitsch
noun κιτς
- λέγεται για τη κακόγουστη χρήση τελείως ετερόκλητων στοιχείων ※ Ας μην συγχέουμε την υποκρισία με την υποκριτική! Ο Ταρτουφισμός, το δήθεν, το κακαίσθητο, το κιτς μαστίζει και πονά πολύ. Όταν κάποιος το καταδεικνύει γίνεται αγενής. (Μαρία Μαρή, ιστοσελίδα LiFO, 18/08/2016, Περί ευγενείας...)
- άκρως εντυπωσιακός, φανταχτερός και χωρίς σεβασμό στην απλότητα
Κιτς²
Where it comes from
Κιτς < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Κιτς · Kits
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Thesaurus
adjective
Similar: κιτσαριό, καρακιτσαριό
In English
Talk about this word "κιτς." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B9%CF%84%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. κιτς. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B9%CF%84%CF%82 "κιτς." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B9%CF%84%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κιτς},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B9%CF%84%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}