κλάδος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κλάδος¹

  • ˈkla.ðos

Where it comes from

κλάδος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κλάδος < κλάω. Για τις νεότερες επιστημονικές σημασίες, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική branche

noun κλάδος · κλάδοι · κλάδου · κλάδων · κλάδο · κλάδους

  1. βοτανική κλαδί

    Similar: κλωνάρι

  2. figuratively, μεταφορικά αυτόνομο τμήμα ενός συνόλου
  3. κοινωνιολογία σύνολο επαγγελματιών με συναφές αντικείμενο εργασίας
  4. πληροφορική, σε εκτελέσιμο κώδικα η ομάδα εντολών (block) που εκτελείται μετά από μία υποθετική εντολή (conditional statement)
  5. πληροφορική, σε σύστημα ελέγχου εκδόσεων η αποκοπή πηγαίου κώδικα για περαιτέρω ανάπτυξη χωρίς να υπάρχει κίνδυνος να παρεισφρήσουν λάθη στο δοκιμασμένο, αξιόπιστο και ενδεχομένως σε λειτουργία συνολικό λογισμικό

Κλάδος²

  • ˈkla.ðos

Where it comes from

Κλάδος < • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε; κλάδος

proper noun Κλάδος · Κλάδοι · Κλάδου · Κλάδων · Κλάδο · Κλάδους

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • branch part that divides like the branch of a tree
  • domain group of related items
  • bough firm (and often larger) branch of a tree
  • department subdivision of organization

Talk about this word

Cite this
MLA

"κλάδος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κλάδος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%BF%CF%82

Chicago

"κλάδος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κλάδος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}