κλείνω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κλείνω
- ˈkli.no
Where it comes from
κλείνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κλείνω < αρχαία ελληνική κλείω
verb κλείνω · έκλεινα · κλείσω · έκλεισα · κλείνομαι · κλεισμένος
- μετακινώ κάτι ώστε να εμποδίζει το πέρασμα από έναν χώρο σε έναν άλλο κλείνω την πόρτα, το παράθυρο
- κάνω την απαραίτητη κίνηση ώστε να πάψει να λειτουργεί ένα αισθητήριο όργανο κλείνω το στόμα: ενώνω τις σιαγόνες
- κοιμάμαι
- πεθαίνω
- προσποιούμαι ότι δε βλέπω μια πραγματικότητα κλείνω τ' αφτιά μου: (μεταφορικά) αρνούμαι να ακούσω κάτι
- εμποδίζω την πρόσβαση σε ένα χώρο θα πάω να κλείσω την αποθήκη
- παύω να εργάζομαι και να εξυπηρετώ το κοινό τι ώρα θα κλείσεις το μαγαζί σου σήμερα;
- τερματίζω τη λειτουργία μιας επιχείρησης ή υποκαταστήματος η τράπεζα θα κλείσει το ένα από τα δύο υποκαταστήματά της στην πόλη
- τερματίζω, ενεργώ έτσι ώστε να ολοκληρωθεί μια διαδικασία ο πρόεδρος έκλεισε τη συζήτηση για το περιβάλλον με την ομιλία του
- γυρίζω έναν διακόπτη ώστε να σταματήσει η ροή σε ένα δίκτυο κλείνω τον διακόπτη, το φως, τη βρύση
- σταματώ τη λειτουργία κλείνω την τηλεόραση, τον υπολογιστή
- καλύπτω ένα κενό με μια μάζα υλικού, βουλώνω έκλεισε μερικές τρύπες στον τοίχο με στόκο
- μαζεύω κάτι κλείνω τη βεντάλια
- καλύπτω ένα άνοιγμα ώστε να κρύψω αυτό που βρίσκεται από κάτω ή μέσα
- κουμπώνω ή ανεβάζω το φερμουάρ
- κάνω ράμματα μετά από χειρουργική επέμβαση τον κλείσανε όταν βρήκαν τους πνεύμονές του κατεστραμμένους
- καλύπτω ένα δοχείο ή μπουκάλι με το σκέπασμά του
- περιορίζω κάποιον / κάτι σε έναν κλειστό χώρο τον έκλεισαν στη φυλακή
- κάνω κράτηση έκλεισα θέση στο θέατρο
- συμπληρώνω, γίνομαι η κυβέρνηση έκλεισε κιόλας τρεις μήνες
- ολοκληρώνω το στήσιμο μιας σελίδας εφημερίδας ή περιοδικού και τη στέλνω για εκτύπωση Η πρώτη σελίδα κλείνει τελευταία
- μετακινούμαι ώστε να μην υπάρχει πέρασμα η πόρτα έκλεισε
- σταματώ να λειτουργώ οι τράπεζες θα κλείσουν σε λίγο
- τερματίζομαι το συνέδριο θα κλείσει με την ομιλία του Προέδρου
Thesaurus
In English
Talk about this word "κλείνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. κλείνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CF%89 "κλείνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κλείνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}