κλείνω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κλείνω

  • ˈkli.no

Where it comes from

κλείνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κλείνω < αρχαία ελληνική κλείω

verb κλείνω · έκλεινα · κλείσω · έκλεισα · κλείνομαι · κλεισμένος

  1. transitive, μεταβατικό μετακινώ κάτι ώστε να εμποδίζει το πέρασμα από έναν χώρο σε έναν άλλο κλείνω την πόρτα, το παράθυρο
  2. transitive, μεταβατικό, για αισθητήρια όργανα κάνω την απαραίτητη κίνηση ώστε να πάψει να λειτουργεί ένα αισθητήριο όργανο κλείνω το στόμα: ενώνω τις σιαγόνες
  3. transitive, μεταβατικό κοιμάμαι
  4. transitive, μεταβατικό πεθαίνω
  5. figuratively, transitive, μεταβατικό, μεταφορικά προσποιούμαι ότι δε βλέπω μια πραγματικότητα κλείνω τ' αφτιά μου: (μεταφορικά) αρνούμαι να ακούσω κάτι
  6. transitive, μεταβατικό, + αιτιατική ονόματος που δηλώνει χώρο εμποδίζω την πρόσβαση σε ένα χώρο θα πάω να κλείσω την αποθήκη
  7. transitive, μεταβατικό, + αιτιατική ονόματος που δηλώνει χώρο εξυπηρέτησης του κοινού παύω να εργάζομαι και να εξυπηρετώ το κοινό τι ώρα θα κλείσεις το μαγαζί σου σήμερα;
  8. transitive, μεταβατικό, + αιτιατική ονόματος που δηλώνει επιχείρηση τερματίζω τη λειτουργία μιας επιχείρησης ή υποκαταστήματος η τράπεζα θα κλείσει το ένα από τα δύο υποκαταστήματά της στην πόλη
  9. transitive, μεταβατικό τερματίζω, ενεργώ έτσι ώστε να ολοκληρωθεί μια διαδικασία ο πρόεδρος έκλεισε τη συζήτηση για το περιβάλλον με την ομιλία του
  10. transitive, μεταβατικό γυρίζω έναν διακόπτη ώστε να σταματήσει η ροή σε ένα δίκτυο κλείνω τον διακόπτη, το φως, τη βρύση
  11. transitive, μεταβατικό, για ηλεκτρικές συσκευές σταματώ τη λειτουργία κλείνω την τηλεόραση, τον υπολογιστή
  12. transitive, μεταβατικό καλύπτω ένα κενό με μια μάζα υλικού, βουλώνω έκλεισε μερικές τρύπες στον τοίχο με στόκο
  13. transitive, μεταβατικό μαζεύω κάτι κλείνω τη βεντάλια
  14. transitive, μεταβατικό καλύπτω ένα άνοιγμα ώστε να κρύψω αυτό που βρίσκεται από κάτω ή μέσα
  15. transitive, μεταβατικό, για ρούχα κουμπώνω ή ανεβάζω το φερμουάρ
  16. transitive, μεταβατικό κάνω ράμματα μετά από χειρουργική επέμβαση τον κλείσανε όταν βρήκαν τους πνεύμονές του κατεστραμμένους
  17. transitive, μεταβατικό καλύπτω ένα δοχείο ή μπουκάλι με το σκέπασμά του
  18. transitive, μεταβατικό περιορίζω κάποιον / κάτι σε έναν κλειστό χώρο τον έκλεισαν στη φυλακή
  19. transitive, μεταβατικό κάνω κράτηση έκλεισα θέση στο θέατρο
  20. transitive, μεταβατικό, αναφερόμενοι σε χρονικό διάστημα ή ηλικία συμπληρώνω, γίνομαι η κυβέρνηση έκλεισε κιόλας τρεις μήνες
  21. transitive, μεταβατικό, τυπογραφία ολοκληρώνω το στήσιμο μιας σελίδας εφημερίδας ή περιοδικού και τη στέλνω για εκτύπωση Η πρώτη σελίδα κλείνει τελευταία
  22. intransitive, αμετάβατο μετακινούμαι ώστε να μην υπάρχει πέρασμα η πόρτα έκλεισε
  23. intransitive, αμετάβατο σταματώ να λειτουργώ οι τράπεζες θα κλείσουν σε λίγο
  24. intransitive, αμετάβατο τερματίζομαι το συνέδριο θα κλείσει με την ομιλία του Προέδρου

Similar: σφαλίζω · Opposite: ανοίγω

Thesaurus

verb

Similar: σφαλίζω · Opposite: ανοίγω

In English

  • book to reserve
  • close obstruct (an opening)
  • shut (transitive) to close
  • turn become
  • turn off switch off appliance or light
  • disconnect to remove the connection between an appliance and an electrical power source

Talk about this word

Cite this
MLA

"κλείνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κλείνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CF%89

Chicago

"κλείνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κλείνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}