κλεισούρα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κλεισούρα¹
- kliˈsu.ɾa
Where it comes from
κλεισούρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κλεισούρα Με παρετυμολόγηση από τη λέξη κλείνω < υστερολατινική clausura < λατινική clausus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος claudo < πρωτοϊταλική *klaudō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kleh₂u- (κλειδί, γάντζος, καρφί)
noun κλεισούρα · κλεισούρες · κλεισούρας
-
στενωπός, στενό πέρασμα μεταξύ δύο βουνών
Κατηγορία:Ορεινά περάσματα (κλεισούρες) της Ελλάδας στο Βικιλεξικό
Similar: ορεινό πέρασμα, δερβένι, κλεισώρεια
- το κλείσιμο / η παραμονή σε κάποιο χώρο χωρίς έξοδο για αρκετό καιρό
- η δυσάρεστη αίσθηση ή μυρωδιά που προκαλεί ένας χώρος ο οποίος έμεινε κλειστός για πολύ καιρό
Κλεισούρα²
Where it comes from
Κλεισούρα < γενική ενικού του αρσενικού Κλεισούρας
proper noun Κλεισούρα · Κλεισούρας · Kleisoura
- γυναικείο επώνυμο
Talk about this word "κλεισούρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. κλεισούρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1 "κλεισούρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κλεισούρα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}