Μίκουιν

κλιμακτήριος

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

κλιμακτήριος

Από πού έρχεται

κλιμακτήριος < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική climacterial < νεολατινική climacterium < climacter < αρχαία ελληνική κλιμακτήρ (σκαλοπάτι, κρίσιμο σημείο)

ουσιαστικό κλιμακτήριος · κλιμακτήρια · κλιμακτήριο · κλιμακτήριου · κλιμακτήριας

  1. η περίοδος κατά την οποία εμφανίζεται σε έναν οργανισμό η εμμηνόπαυση, συνήθως νοουμένου του γυναικείου, αν και μεταφορικά χρησιμοποιείται η φράση ανδρική κλιμακτήριος για την αντίστοιχη περίοδο ορμονικών αλλαγών στον μεσήλικα άνδρα

επίθετο κλιμακτήριος · κλιμακτήρια · κλιμακτήριο

  1. και ως επίθετο που αναφέρεται ή σχετίζεται με την κλιμακτήριο οι κλιμακτήριες διαταραχές
  2. figuratively, μεταφορικά παρακμιακός, σε φάση μη παραγωγική

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"κλιμακτήριος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B9%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κλιμακτήριος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B9%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82

Chicago

"κλιμακτήριος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B9%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κλιμακτήριος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B9%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}