κλιμακώνω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κλιμακώνω
- kli.maˈko.no
Where it comes from
κλιμακώνω < κλιμακ- (κλίμακα < αρχαία ελληνικήκλῖμαξ) + -ώνω, απόδοση για τη γαλλική échelonner ή την αγγλική escalate
verb κλιμακώνω · κλιμάκωσα · κλιμακώνομαι · κλιμακούμαι · κλιμακώθηκα · κλιμακωμένος
- τοποθετώ σε κλίμακα, κατά αύξουσα ή φθίνουσα σειρά
-
αυξάνω σταδιακά την ένταση κάποιας ενέργειάς μου
Οι σποραδικές ένοπλες συγκρούσεις κλιμακώθηκαν σε εμφύλιο πόλεμο.
Similar: οξύνω · Opposite: αποκλιμακώνω, αμβλύνω
- παρατάσσω στρατό κατά πλάτος και βάθος μιας στρατιωτικής επιχείρησης (π.χ. επίθεση, άμυνα κ.λπ.)
Talk about this word "κλιμακώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B9%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. κλιμακώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B9%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89 "κλιμακώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B9%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κλιμακώνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B9%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}