ميكوين

κλιματιστικό

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

κλιματιστικό

من أين أتت

κλιματιστικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου κλιματιστικός

اسم κλιματιστικό · κλιματιστικά · κλιματιστικού · κλιματιστικών

  1. ηλεκτρική συσκευή που ρυθμίζει τη θερμοκρασία, τη σύσταση και την κυκλοφορία του αέρα σε ένα δωμάτιο ή όχημα Έσκασα! Άνοιξε το κλιματιστικό!

صفة κλιματιστικό · κλιματιστικά · κλιματιστικού · κλιματιστικών

  1. accusative, masculine, singular αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του κλιματιστικός
  2. accusative, neuter, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κλιματιστικός

بالإنجليزية

  • air conditioner a machine that is used to control temperature and humidity in an enclosed space
  • air conditioning an air conditioner or system of air conditioners — see also air conditioner

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"κλιματιστικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B9%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κλιματιστικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B9%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C

Chicago

"κλιματιστικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B9%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κλιματιστικό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B9%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
  urldate = {2026-11-07}
}