κοιλάδα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κοιλάδα
- ciˈla.ða
Where it comes from
κοιλάδα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κοιλάς
noun κοιλάδα · κοιλάδες · κοιλάδας · κοιλάδων
- μακρόστενο κοίλωμα στο έδαφος ανάμεσα από βουνά ή λόφους, που συνήθως διασχίζεται από ποτάμι ※ στους λόφους του Βοσπόρου δεν υπάρχουν ελιές, ενώ τα κωνοφόρα είναι λιγοστά. Τους σκεπάζει ένα πυκνό χαλί από δέντρα όλων των ειδών. Βελανιδιές, καστανιές, συκιές, οξιές, λεύκες, μανόλιες, φτελιές, και φλαμουριές σκεπάζουν τους λόφους και τις κοιλάδες φτάνοντας μέχρι το νερό (Αλέξανδρος Μασσαβέτας
In English
- valley elongated depression between hills or mountains
Talk about this word "κοιλάδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. κοιλάδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1 "κοιλάδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κοιλάδα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}