κοιλιά
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κοιλιά¹
- ciˈʎa
Where it comes from
κοιλιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κοιλιά < αρχαία ελληνική κοιλία με συνίζηση για αποφυγή της χασμωδίας < κοῖλος. Συγκρίνετε με τη νεοελληνική χρήση του κοιλία.
noun κοιλιά · κοιλιές · κοιλιάς · κοιλιών
- τμήμα του σώματος ανάμεσα στον θώρακα και την πύελο στους ανθρώπους και άλλα σπονδυλωτά το οποίο εμπεριέχει το μεγαλύτερο τμήμα του γαστρεντερικού συστήματος και μέρος του ουροποιητικού συστήματος
- οποιοδήποτε κύρτωμα σε επιφάνεια
- στη φράση κάνω κοιλιά: έχω σημείο χαλάρωσης,
Κοιλιά²
Where it comes from
Κοιλιά < γενική ενικού του αρσενικού Κοιλιάς
proper noun Κοιλιά · Κοιλιάς · Koilia
- γυναικείο επώνυμο
In English
Talk about this word "κοιλιά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BB%CE%B9%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026. κοιλιά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BB%CE%B9%CE%AC "κοιλιά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BB%CE%B9%CE%AC.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κοιλιά},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BB%CE%B9%CE%AC},
urldate = {2026-11-07}
}