κοινοτοπία

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κοινοτοπία

  • ci.no.toˈpi.a

Sounds like κοινοτυπία

Where it comes from

κοινοτοπία (ήδη από το 1896) < συγχώνευση της φράσης κοινός τόπος < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική lieu commun ή από την αγγλική commonplace σύμφωνα με τη σημασία της λέξης τόπος στα αρχαία ελληνικά (διαφορετική η σημασία για την αρχαία ελληνική κοινός τόπος (κάτι συνηθισμένο) > λατινική locus communis). Μορφολογικά αναλύεται σε κοινο- + τόπ(ος) + -ία. Δείτε και τις .

noun κοινοτοπία · κοινοτοπίες · κοινοτοπίας · κοινοτοπιών

  1. η ιδέα, η σκέψη, ο λόγος ή το δημιούργημα που χαρακτηρίζεται από έλλειψη πρωτοτυπίας
  2. έκφραση που χρησιμοποιείται κατά κόρον ≋ ταυτόσημα: κοινός τόπος

Similar: στερεοτυπία, κλισέ

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κοινοτοπία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κοινοτοπία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%B1

Chicago

"κοινοτοπία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κοινοτοπία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}