κοινωνικός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κοινωνικός
- ci.no.niˈkos
Where it comes from
κοινωνικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κοινωνικός και (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική social ή sociable
adjective κοινωνικός · κοινωνική · κοινωνικό · κοινωνικού · κοινωνικής
- που αναφέρεται στην κοινωνία, το οργανωμένο σύνολο ανθρώπων οι οικονομικές συνθήκες οδήγησαν σε κοινωνική έκρηξη
- εξωστρεφής και ομιλητικός, που έχει διάθεση για συναναστροφή και επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους ※ Εκτός όμως από το φτωχός-πλούσιος υπάρχουν και άλλοι χαρακτηρισμοί. Θα σου πω μερικούς: μορφωμένος-αμόρφωτος, άνθρωπος της πόλης-χωριάτης, μοντέρνος-κλασικός ή και ντεμοντέ ακόμα, περήφανος-ταπεινός, κοινωνικός-ντροπαλός, κοσμικός-κλεισμένος στο σπίτι και πολλά άλλα. (Μαίρη Κόντζογλου, Το μέλι το
In English
- gregarious of a person who enjoys being in crowds
- social extroverted or outgoing
Talk about this word "κοινωνικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. κοινωνικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "κοινωνικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κοινωνικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}